βροτοῖ

βροτόομαι
to be stained with gore
pres ind mp 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βροτοί — βροτόομαι to be stained with gore pres subj mp 2nd sg βροτόομαι to be stained with gore pres ind mp 2nd sg βροτός mortal man masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρότοι — βρότος blood that has run from a wound masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ДИОНИС —    • Dionysus,          Διόνυσος, Διώνυσος, Βάκχος, Bacchus, Liber, Вакх, сын Зевса и Семелы (Ноm. Il. 14, 325), бог вина и виноделия, посредством вина веселящий сердце человека (χάρμα βροτοι̃σιν) и прогоняющий заботы и страдания (Λυαι̃ος,… …   Реальный словарь классических древностей

  • НОЧЬ —    • Nύξ,          Nox. У Гомера (Il. 14, 259 слл.) она является могущественной богиней, которую почитает сам Зевс. Она именуется δμήτειρα θεω̃ν καί α̉νδρω̃ν (по отношению к побеждающему все сну); когда бог сна убежал от гнева Зевса к быстрой Н …   Реальный словарь классических древностей

  • ACROSTICHIA — in Constitut. Apostol. Alius quidem Psalmos David canat, populus vero initia versuum, quae dicuntur Acrostichia, succinat. Α᾿κροςτιχὶς enim initium versuum significar. Vide Cael. Rhodig. Antiqq. Lectionum l. 13. c. 39. et Macrum Hierotexic. De… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έννομος — η, ο (AM ἔννομος, ον) ο καθορισμένος από τον νόμο, αυτός που ακολουθεί τον νόμο, που είναι σύμφωνος με τον νόμο, νόμιμος (α. «έννομη τάξη» β. «ἔννομα γὰρ πείσονται» θα υποστούν τα νόμιμα, Θουκ.) αρχ. 1. αυτός που τηρεί τους νόμους, που δεν… …   Dictionary of Greek

  • έχθω — (I) ἔχθω (Α) 1. μισώ, απεχθάνομαι, αισθάνομαι μίσος («οὐ δικαίως θάνατον ἔχθουσιν βροτοί», Αισχύλ.) 2. παθ. ἔχθομαι είμαι μισητός («καὶ ἐχθόμενός περ Ἀθήνῃ», Ομ. Οδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχθω είναι υστερογενές και σπάνιο σχηματίστηκε από το μέσο… …   Dictionary of Greek

  • βροτός — βροτός, όν (AM) ως ουσ. θνητός, άνθρωπος (σε αντίθεση με τους αθανάτους ή τον θεό) αρχ. ως επίθ. «βροτός ανήρ» άνθρωπος θνητός και όχι θεός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά ήδη στον Όμηρο (πρβλ. και άμβροτος). Πρόκειται για αιολικό τ. αντί του *βρατός <… …   Dictionary of Greek

  • δειλός — ή, ό (AM δειλός, ή, όν) αυτός που κατέχεται από φόβο, που δεν έχει θάρρος, άτολμος νεοελλ. 1. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα δειλά φοβισμένες ενέργειες 2. φρ. «κάλλιο δειλός παρά μακαρίτης» είναι προτιμότερο να φοβάται κανείς τον κίνδυνο και να σωθεί …   Dictionary of Greek

  • καταγηράσκω — και καταγηρῶ, άω (Α) γερνάω πολύ, γίνομαι πολύ γέρος («αἶψα... ἐν κακότητι βροτοὶ καταγηράσκουσιν», Ομ. Οδ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.